http://users.sch.gr/ipap/Ellinikos%20Politismos/Yliko/OMHROS%20ODYSSEIA/Odysseia/Afigimatikes_texnikes.htm
Αρχείο κατηγορίας Οδύσσεια
ραψωδία ε, στ. 311-420
http://users.sch.gr/ipap/Ellinikos%20Politismos/Yliko/OMHROS%20ODYSSEIA/Odysseia/Didaskontas-Odysseia09.htm
Ερμηνευτικές επισημάνσεις
1. H σύνδεση με τα προηγούμενα μπορεί να γίνει με ανάκληση των γνωστών ως τώρα για τη σχέση Ποσειδώνα-Οδυσσέα, όπως: • η αιτία και οι συνέπειες της έχθρας του Ποσειδώνα για τον Οδυσσέα, καθώς και η απουσία του θεού στους Αιθίοπες, όταν στον Όλυμπο αποφασιζόταν ο νόστος του ήρωα (α 23-31/<20-7>, 79-92/<68-79>)· • τα περιθώρια που άφησε ο Δίας και για άλλα βάσανα του Οδυσσέα στη θάλασσα (ε38/<33>). Τα στοιχεία αυτά έχουν ήδη προετοιμάσει την επίθεση του Ποσειδώνα που, επιστρέφοντας από τους Αιθίοπες, μόλις βλέπει τον Οδυσσέα «ν’ αρμενίζει», οργίζεται και μονολογώντας αποκαλύπτει: • ότι οι θεοί άλλαξαν γνώμη όσο εκείνος έλειπε, που σημαίνει ότι προηγουμένως είχαν συμφωνήσει για την τιμωρία του Οδυσσέα, «παρέγραψαν» όμως, φαίνεται, το σφάλμα του ως εξοφλημένο με τον καιρό και τη συμπεριφορά του, σε συνάρτηση με την κρίση που υπάρχει στην Ιθάκη- δεν τους αφορούσε άλλωστε- • ότι γνωρίζει και ο ίδιος πως είναι της μοίρας του Οδυσσέα να σωθεί, όταν φτάσει στους Φαίακες, και ότι τη μοίρα του δεν μπορεί να την αλλάξει. Αποφασίζει λοιπόν αυτό που μπορεί: να τον βασανίσει όσο ακόμη βρίσκεται στον χώρο του με τα όπλα που διαθέτει, την τρίαινα που συνταράσσει τον πόντο κτλ. (311-20/<282-90>). Έτσι, όταν -μετά το ναυάγιο- είδε το θύμα του σε δεινή θέση, σάρκασε χαιρέκακα για την εκδίκηση που πήρε και το εγκατέλειψε, για να καταφύγει στο παλάτι του στις Αιγές (413-20/<375-81>).
2. Οι φάσεις της επιθετικότητας του Ποσειδώνα και της αντίστοιχης αντίδρασης του Οδυσσέα σε συνάρτηση με την παρέμβαση της Ινώς. α. επίθεση του Ποσειδώνα: Με την τρίαινά του ο Κοσμοσείστης πλήττει ουρανό, στεριά και θάλασσα συγχρόνως και ξεσηκώνει όλους τους ανέμους που «σήκωσαν τεράστιο κύμα» (321-6/<291-6>). α. αντίδραση του Οδυσσέα: «λύγισε η ψυχή του» και μονολογώντας αποκαλύπτει τις σκέψεις και τα συναισθήματά του (327-45/<297-312>): • συνειδητοποιεί τη δύσκολη θέση του και θυμάται με τρόμο την πρόβλεψη της Καλυψώς στο ε 227-8/ <206-7>· • υποθέτει ότι ο Δίας προκάλεσε τη θαλασσοταραχή και δεν βλέπει σωτηρία· • καλοτυχίζει τους συμπολεμιστές του που έπεσαν στην Τροία και εύχεται να είχε την τύχη τους, γιατί θα κέρδιζε έτσι τιμή και δόξα- ο άδοξος θάνατος τον τρομάζει. Αγωνία λοιπόν και απελπισία κυριεύουν τον Οδυσσέα, αντίδραση εντελώς φυσιολογική στην αιφνίδια μεταβολή της κατάστασης, λόγος βλάσφημος όμως δεν βγαίνει από το στόμα του. β’ επίθεση του Ποσειδώνα: H τρικυμία επιτείνεται: κύμα σαρωτικό έπεσε πάνω στον Οδυσσέα, ταρακούνησε τη σχεδία κι εκείνος βρέθηκε μακριά της- η θύελλα συνέτριψε το κατάρτι και στροβίλιζε το σκάφος όπως ο βοριάς τα αγκάθια στον κάμπο- και ο Οδυσσέας «κεφάλι δεν μπορούσε να σηκώσει / μπρος στην ορμή των φοβερών κυμάτων» (346-54/<313-21> και 361-6/<327-32>). β. αντίδραση του Οδυσσέα, που παρεμβάλλεται στη διακεκομμένη επίθεση του Ποσειδώνα: «κάποια στιγμή ωστόσο ανάβλεψε» και, αν και αποκαμωμένος, αρπάχτηκε από τη σχεδία και καθισμένος στη μέση της προσπαθούσε να σωθεί (355-60/<322-6>). • του αποκαλύπτει τον αίτιο της συμφοράς του, αλλά και ότι «δεν θα μπορέσει να τον θανατώσει»· • τον συμβουλεύει να ξεντυθεί, να αφήσει τη σχεδία και κολυμπώντας να προσπαθήσει να φτάσει στη χώρα των Φαιάκων, «όπου η μοίρα του του γράφει να γλιτώσει»· • του δίνει και το άφθαρτο μαντίλι της, που οι μαγικές του ιδιότητες αποτρέπουν τον θάνατο «και τ’ άλλα πάθη», με αίτημα να της το επιστρέψει, όταν βγει στη στεριά – και βυθίζεται στη θάλασσα. Ο Οδυσσέας, μονολογώντας πάλι, σκέφτεται και ζυγίζει όσα άκουσε, για να βρει την καλύτερη λύση: • η συμβουλή της Ινώς να εγκαταλείψει τη σχεδία και να κολυμπήσει τον κάνει να υποψιάζεται δόλο, γιατί βλέπει μακριά τη στεριά, όπου του είπε πως είναι της μοίρας του να σωθεί· • αποφασίζει, λοιπόν, να μείνει στη σχεδία, και μόνο όταν το κύμα την καταλύσει, τότε θα πέσει στο νερό, αφού δεν βρίσκει «άλλο συμφερότερο» (390-401/<354-64>). Δύσπιστο και επιφυλακτικό δείχνει τον Οδυσσέα αυτός ο μονόλογος αλλά και αποφασιστικό. γ’ επίθεση του Ποσειδώνα: κορύφωση της τρικυμίας: «κύμα μεγάλο, άγριο, φοβερό και κατακόρυφο» ρίχνει καταπάνω του, που διαλύει τη σχεδία, όπως ο σφοδρός άνεμος τα άχυρα της θημωνιάς, εικόνα που δείχνει άθυρμα στα χέρια του θεού/της φυσικής δύναμης το πρόχειρο έργο του ανθρώπου (402-6/<365-70>). γ’ αντίδραση του Οδυσσέα: «κρατήθηκε σ’ έναν κορμό / τον καβαλίκεψε», ξεντύθηκε, ζώστηκε το μαντίλι της Ινώς, «βούτηξε στη θάλασσα» και κολύμπησε (407-12/<370-5>). — Η ανάμειξη δυνάμεων υπερφυσικών μυθοποιεί την κατά τα άλλα ρεαλιστική περιγραφή της τρικυμίας· οι συγκλονιστικές εικόνες της (ακουστικές και οπτικές κυρίως, αλλά και γεύσης και αφής) προκαλούν δέος, καθώς αντανακλούν την κοινή μοίρα των θνητών που αντιμετωπίζουν θανάσιμους κινδύνους, αλλά και αίσθημα περηφάνιας για τον ηρωικό αγώνα του ανθρώπου. Στην πάλη του, λοιπόν, με το φυσικό φαινόμενο ο Οδυσσέας επαληθεύει τον εαυτό του: κλονίζεται αναλογιζόμενος τον κίνδυνο, μέσα στον κίνδυνο όμως δεν χάνει την ψυχραιμία του· βρίσκει γρήγορα τις δυνάμεις του, τις σωματικές και τις νοητικές, και ενεργεί με ταχύτητα και ευστοχία σωτήρια· είναι πράγματι πολύτροπος, πολύμητις, πολύτλας. Ο νικηφόρος αυτός αγώνας του υπογραμμίζει, από άλλη σκοπιά τώρα, τον ανθρωποκεντρισμό της Οδύσσειας.
Οι τρεις επιθέσεις του Ποσειδώνα και οι αντίστοιχες αντιδράσεις του Οδυσσέα. Eίναι αισθητή η κλιμάκωση των επιθέσεων του Ποσειδώνα –και σε τρεις αναβαθμούς– και των αντίστοιχων αντιδράσεων του Oδυσσέα, με μια παραστατική δε απεικόνισή της στον πίνακα γίνεται εύκολα κατανοητή από τα παιδιά. H σκάλα/κλίμακα από μόνη της υποβάλλει τη λειτουργία της κλιμάκωσης, της συνεχώς αυξανόμενης έντασης, εφόσον, βέβαια, η κλίμακα είναι ανιούσα, γιατί μπορεί να είναι και κατιούσα, οπότε μιλούμε για συνεχώς ελαττούμενη ένταση ή αποκλιμάκωση, που θα δούμε στην επόμενη ενότητα.Σχηματική παράσταση της εν λόγω κλιμάκωσης:
Μπορεί να παρατηρηθεί ότι η κλιμάκωση της δράσης (το κλιμακωτό σχήμα, γενικά) κλιμακώνει, αντίστοιχα, το ενδιαφέρον και την αγωνία του ακροατή/αναγνώστη για την εξέλιξη.
2. O μονόλογος O μονόλογος είναι ουσιαστικά διάλογος του ήρωα με τον εαυτό του σε κρίσιμες στιγμές της αφήγησης, όταν αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα και αναζητεί μόνος τη λύση τους. Αποκαλύπτει έτσι τις σκέψεις και τα συναισθήματά του, και ο ακροατής κατανοεί καλύτερα τις ενέργειές του.
3. Παρομοίωση
Σε μια απλή παρομοίωση παρομοιάζονται δύο έννοιες, για παράδειγμα, η Iνώ με πουλί (371), ο κορμός του δέντρου με άλογο (407-408), ο Oδυσσέας με καλό πατέρα (ε 15). Στην επική ποίηση όμως (και όχι μόνο) συναντούμε και παρομοιώσεις σύνθετες, που είναι εκτεταμένες/διεξοδικές· σ’ αυτές, η εικόνα που θέλει να μας δείξει ο ποιητής παρομοιάζεται με μια άλλη εικόνα, παρμένη συνήθως από τη φύση ή από την αγροτική ζωή και γνωστή, άρα, στον ομηρικό, τουλάχιστον, ακροατή· λόγου χάρη, το στροβίλισμα της σχεδίας στη θάλασσα από τους ανέμους παρομοιάζεται με το στροβίλισμα των αγκαθιών στον κάμπο από τον βοριά (362-364). Κατά την ανάλυση μιας διεξοδικής παρομοίωσης διακρίνουμε: α. τι παρομοιάζεται (εδώ, π.χ., η σχεδία του Oδυσσέα στη θάλασσα) (αναφορικόμέρος) β. με τι παρομοιάζεται (με τα αγκάθια στον κάμπο) (δεικτικό μέρος) γ. ποιο είναι το κοινό τους σημείο (το στροβίλισμα από τον άνεμο) δ. ποιος ο ρόλος/η λειτουργία της παρομοίωσης φωτίζει τη ζητούμενη εικόνα, καθώς Επιπλέον ανάλυση: http://skapanefs.blogspot.gr/2012/04/9-311-420.html |
ραψωδία ε, 8η ενότητα, στ. 165-310
http://users.sch.gr/ipap/Ellinikos%20Politismos/Yliko/OMHROS%20ODYSSEIA/Odysseia/Didaskontas-Odysseia08.htm
Ερμηνευτικές επισημάνσεις
- Τα αφηγηματικά-περιγραφικά μέρη της Ενότητας εναλλάσσονται με τα διαλογικά: διακρίνονται, τιτλοφορούνται και σχολιάζονται (προτιμότερο) εξελικτικά:
α’. Περιγραφικό (κυρίως) μέρος (165-76/<149-59>): H εικόνα/κατάσταση του Oδυσσέα
H Καλυψώ έσπευσε να συναντήσει τον Οδυσσέα και τον βρήκε στην κατάσταση που μας είναι ήδη γνωστή από το α 16-9/<13-5>, εκτενέστερη όμως και περισσότερο εξηγητική αυτή τη φορά, καθώς μοιράζεται στη ζωή της μέρας και της νύχτας, αλλά και σε μια αποδεκτή ζωή με την Καλυψώ στην αρχή (170/<153>), απροσδιόριστη πάντως χρονικά, και σε μια δύσφορη πολύχρονη έπειτα, χωρίς ακριβή χρονικό προσδιορισμό και αυτή. Αυτές οι δύο πληροφορίες αποτελούν τα μόνα πρόσθετα στοιχεία στην κατά τα άλλα γνωστή μας κατάσταση του Οδυσσέα στην Ωγυγία.
β’. Διαλογικό μέρος (177-211/<160-91>):
Η Καλυψώ δεν αποκαλύπτει στον Οδυσσέα την εντολή του Δία ούτε την επίσκεψη του Ερμή, αλλά με γενναιόδωρη και τρυφερή διάθεση του ανακοινώνει αμέσως ως δική της την απόφαση «να τον κατευοδώσει», τον προτρέπει μάλιστα να αρχίσει αμέσως την κατασκευή σχεδίας και δηλώνει ότι θα του εξασφαλίσει εφόδια για το ταξίδι αλλά όχι και τον βέβαιο νόστο -«αν […] το θελήσουν και οι […] θεοί»- (177-87/<160-70>), για τον οποίο πάντως ο Ερμής δεν είχε αφήσει αμφιβολίες στο ε 127-9/<113-5>). Ο νόστος δεν χαρίζεται στον Οδυσσέα· θα τον κερδίσει με τον αγώνα του.
Ο Οδυσσέας ρίγησε μόλις η Καλυψώ τού ανακοίνωσε την αναπάντεχη απόφασή της. Δικαιολογείται έτσι η δυσπιστία του -για τη δυνατότητα κυρίως πραγματοποίησης του νόστου με μια σχεδία- αλλά και η απαίτηση να του δώσει «τον μέγα όρκο» η θεά ότι δεν έχει κατά νου «άλλο πια κακό» γι’ αυτόν (188-98/<171-9>). H δυσπιστία και η ενεργοποίηση του νου για αναζήτηση λύσης θα χαρακτηρίζουν τον Οδυσσέα στον αγώνα του· είναι ιδιότητες σύμφυτες με τον βασικό χαρακτηρισμό που του αποδίδει ο ποιητής σε τρεις παραλλαγές: πολύτροπος / πολυμήχανος / πολύμητις.
Η Καλυψώ δεν ενοχλήθηκε από την απαίτηση του Οδυσσέα, αντίθετα, του χαμογελάσε, τον χάιδεψε, απέδωσε σε εξυπνάδα και πονηριά τη δυσπιστία του και έδωσε αμέσως τον μεγάλο όρκο των θεών: επικαλούμενη τη μαρτυρία της Γης, του Ουρανού και της Στύγας (= του Άδη), τον διαβεβαίωσε: «αληθινά δεν σκέφτομαι κακό για σένα…» (199-211/<180-91>).
Ο Οδυσσέας δεν χρειάζεται να απαντήσει.
γ’. Αφηγηματικό (κυρίως) μέρος (212-22/<192-202>). Επισημαίνονται: η βουβή επιστροφή στη σπηλιά εφ’ ενός ζυγού, η θέση του Οδυσσέα εκεί όπου πριν λίγο καθόταν ο Ερμής και το δείπνο: ανθρώπινο για τον θνητό, με φροντίδα όμως της ίδιας της θεάς, θεϊκό για την αθάνατη με τις φροντίδες των υπηρετριών της· υπογραμμίζεται έτσι το χάσμα που χωρίζει το ζευγάρι. H σκηνοθεσία αυτή προετοιμάζει τον ανεπανάληπτο διάλογο που ακολουθεί.
δ’. Διαλογική σκηνή (223-48/<203-24>):
Η Καλυψώ κάνει μια ύστατη προσπάθεια να κρατήσει τον Οδυσσέα κοντά της: τον προσφωνεί με τους επίσημους τίτλους του και με το όνομά του (τώρα μόνο) και απορεί (!) με τη βιασύνη του να φύγει, του εύχεται ωστόσο «στο καλό»- αμέσως όμως αραδιάζει τα επιχειρήματα που θα μπορούσαν να τον κλονίσουν:
• έχει πολλά «να κακοπάθει» πριν φτάσει στην πατρίδα·
• αν μείνει κοντά της, θα κερδίσει την αθανασία·
• κι ούτε μπορεί η Πηνελόπη να της παραβγεί «στην όψη και στο ανάστημα» (223-35/<203-13>).
Ο Οδυσσέας -που εδώ χαρακτηρίζεται «πολύγνωμος» / πολύμητις- αντιπαρέρχεται με ετοιμότητα και ευγένεια το μεγάλο δίλημμα που του όρθωσε η Καλυψώ:
• ούτε τη θεά μειώνει, ούτε η λαχτάρα του για τον νόστο μειώνεται·
• κι αν κάποιος θεός «με χτυπήσει καταμεσής στο […] πέλαγος, θα το υπομείνω»·
• την αθανασία δεν τη συζητά, απορρίπτεται αυτομάτως (236-48/<214-24>).
— Ο Οδυσσέας λοιπόν, «σαν έτοιμος από καιρό» -αφού δυσανασχετούσε με μια μακρόχρονη ζωή χωρίς σκοπό στην Ωγυγία-, είπε «το μεγάλο Όχι», «το σωστό», στη δελεαστική πρόταση της Καλυψώς επιλέγοντας χωρίς δισταγμό τα ανθρώπινα, αυτά που του ανήκουν, γνωρίζοντας τις συνέπειες· ύψωσε έτσι τον «γιδότοπο»/ την αίγίβοτον Ιθάκη (δ <606>) «πιο πάνω από τον Όλυμπο» και επαλήθευσε σ’ όλο του το μέγεθος το ήδη γνωστό μας ήθος του. Αποφάσισε, βέβαια, αυτό που όρισε η μοίρα και καθόρισε ο Δίας, αλλά υπακούοντας σε εσωτερική ανάγκη, ανεπηρέαστος από τις μεγάλες θεϊκές δυνάμεις (πρβλ. την απόφαση του Αχιλλέα να εκδικηθεί τον θάνατο του φίλου του με τίμημα την ίδια του τη ζωή)- αυτό σημαίνει ότι στις κορυφαίες στιγμές τους οι ομηρικοί ήρωες αποφασίζουν ελεύθερα, που σημαίνει υπεύθυνα, γι’ αυτό και τους ανήκει ο έπαινος (ή ο ψόγος, όταν σφάλλουν)- στην εκτέλεσή τους, πάντως, οι ορθές αποφάσεις των ηρώων βρίσκουν θεϊκή συμπαράσταση.
Αυτή η κατάφαση της ανθρώπινης ζωής, με τις ατέλειες και τα βάσανα αλλά και τους αγώνες για το ξεπέρασμά τους, είναι η ανυπέρβλητη αξία της Οδύσσειας· υπογραμμίζει, πάνω απ’ όλα, τον ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα της και μας κάνει να νιώθουμε υπερήφανοι που είμαστε άνθρωποι.
ε’. Αφηγηματικό μέρος (249-51/<225-7>): Με το τρίστιχο αυτό δίνεται λακωνικά το τέλος της μέρας και η τελευταία συνεύρεση, μετά το τελευταίο γεύμα και την τελευταία συνομιλία.
ς’. Αφηγηματικό/περιγραφικό μέρος (252-310/<228-281>): Οι επόμενες 4-5 μέρες της παραμονής του Οδυσσέα κοντά στην Καλυψώ περνούν χωρίς ούτε μία κουβέντα, με ενέργειες όμως πολύ εύγλωττες: πρωί πρωί ντύνονται και ετοιμάζονται για την κατασκευή της σχεδίας. Ο Οδυσσέας εργάζεται ασταμάτητα και η Καλυψώ πηγαινοέρχεται εκδηλώνοντας έμπρακτα το ενδιαφέρον της. Ακολουθεί ο αποχαιρετισμός και το 17ήμερο ακύμαντο ταξίδι του ήρωα.
- H κατασκευή της σχεδίας προσφέρεται να μελετηθεί με βάση τη διαδοχική συμβολή της Καλυψώς, που ορίζει και τις φάσεις της κατασκευής:
α’φάση (258-71/<234-45>): Η Καλυψώ δίνει εργαλεία στον Οδυσσέα (πελέκι και σκεπάρνι), τον οδηγεί στα «δέντρα τα ψηλά» και επιστρέφει στη σπηλιά. Και ο Οδυσσέας κάνει τις ανάλογες εργασίες (κόβει, πελεκάει, ξύνει, αλλά και σταθμίζει).
β’φάση (272-83/<246-57>): «Η Καλυψώ φέρνει τα τρύπανα» και ο Οδυσσέας προχωρεί στις αντίστοιχες εργασίες: τρυπάει και συνταιριάζει τα ξύλα με ξύλινα καρφιά, φτιάχνει μια σχεδία φαρδιά και τελειώνει «την κουβέρτα απλώνοντας μακριές σανίδες». Μπήγει «και το κατάρτι […] στη μέση μ’ αντένα ταιριασμένη», ετοιμάζει «και το τιμόνι», περιφράζει τη σχεδία «με κλωνάρια ιτιάς» και ρίχνει επάνω «φύλλα»/ΰλην (κλαδιά και φύλλα).
γ’φάση (284-8/<258-61>): «Και ξαναφτάνει η Καλυψώ […] με το λινό για τα πανιά» και ο Οδυσσέας «κι αυτά τα μαστορεύει», δένει «τα ξάρτια […] και με φαλάγγια» σέρνει τη σχεδία στη θάλασσα.
Την επόμενη μέρα (12η της Οδύσσειας) η Καλυψώ ετοίμασε τον Οδυσσέα για το ταξίδι του νόστου: τον έλουσε και τον έντυσε η ίδια, τον εφοδίασε με τα αναγκαία, τον συμβούλεψε και τον ξεπροβόδισε με «ούριο άνεμο» (290-6/<263-8> και 304-6/<276-7>), και ο Οδυσσέας «όλος χαρά [… ] σήκωσε τα πανιά, κάθισε στο τιμόνι / και το κυβέρνησε με τέχνη». «Και ποντοπόρησε μέρες δεκαεπτά» άγρυπνος, φροντίζοντας να έχει πάντοτε την (Μεγάλη) Άρκτο «στο ζερβό του χέρι» (και όχι τον Πολικό αστέρα, που αποτελεί ακριβέστερο σημάδι αλλά λιγότερο εμφανές). «Στη δέκατη όγδοη» μέρα (την 29η της Οδύσσειας) είδε από μακριά τα βουνά της Σχερίας (297-310/<269-81>).
- Σκιαγράφηση και αξιολόγηση του ήθους της Καλυψώς και του Οδυσσέα:
Η Καλυψώ την ανάγκην φιλοτιμίαν ποιούμενη συμπεριφέρθηκε με τρυφερότητα και γενναιοδωρία στον αγαπημένο ξένο της· έκανε βέβαια και μια ύστατη προσπάθεια να τον κρατήσει κοντά της ορθώνοντας μπροστά του το κρίσιμο δίλημμα: αθανασία ή Ιθάκη. Από τη στιγμή όμως που άκουσε τη σταθερή απόφαση του Οδυσσέα, του πρόσφερε πρόθυμα ό,τι περνούσε από το χέρι της για την κατασκευή της σχεδίας και το ταξίδι. Εκπλήρωσε έτσι την υπόσχεση που είχε δώσει στον Ερμή (ε 159-61/<143-4>) και στον ίδιο τον Οδυσσέα (182-5/<165-8>) και απέδειξε γνήσια την αγάπη της γι’ αυτόν.
Ο Οδυσσέας, προσηλωμένος με μάτια βουρκωμένα στο πέλαγος χωρίς την ελπίδα του νόστου, αιφνιδιάστηκε από την ξαφνική απόφαση της θεάς και προς στιγμήν αμφέβαλε για την ειλικρίνειά της, βρήκε όμως αμέσως τη λύση του όρκου και εξασφαλίστηκε· η Καλυψώ τον χαρακτήρισε γι’ αυτό έξυπνο και «πονηρό». Ο ποιητής τον αποκάλεσε πολύμητιν, γιατί χωρίς δισταγμό, αλλά με εξαιρετική διακριτικότητα, απέρριψε τη δελεαστική πρόταση της θεάς και αποφάσισε τον νόστο με τα βάσανα και τους κινδύνους (ένας Οδυσσέας δεν μπορεί να ζήσει χωρίς δράση, αγώνα, κατορθώματα). Ο ίδιος αυτοχαρακτηρίστηκε πολύπαθος και καρτερικός. Και από τη στιγμή που αποφασίστηκε ο νόστος του, δούλεψε ασταμάτητα: κατασκεύασε μόνος του μπροστά στα μάτια μας μέσα σε τέσσερις μέρες (289/<262>) μια ολόκληρη σχεδία -ένα πλοιάριο μάλλον με επίπεδη βάση- και χαρούμενος ανοίχτηκε στο πέλαγος για την πατρίδα· και την κυβέρνησε ξάγρυπνος μέρες δεκαεπτά με τη (Μεγάλη) Άρκτο «στο ζερβό του χέρι». Έδειξε έτσι, εκτός από τη λαχτάρα του νόστου, και τις ναυπηγικές και ναυτικές γνώσεις και ικανότητές του.
- Στην Ενότητα αυτή συνεχίζεται η 7η μέρα της Οδύσσειαςκαι αρχίζει η 8η με την κατασκευή της σχεδίας, αλλά στη συνέχεια χωρίς να δηλώνεται δύση, ύπνος ή άλλη ανατολή, όπως μας έχει συνηθίσει ως τώρα ο ποιητής, αναλώνονται αρκετές μέρες με αριθμητική μόνο αναφορά: «είχε πια συμπληρώσει μέρες τέσσερις» (289/<262>), «και ποντοπόρησε μέρες δεκαεπτά» (307/<278>). Αν εξαιρέσουμε την πρώτη μέρα από τις 4 και την πρώτη από τις 17, οι υπόλοιπες 19 μέρες περνούν «”άδειες” από αφηγηματική ύλη».
Δίνεται λοιπόν η ευκαιρία να συζητηθεί η σχέση αφήγησης-χρόνου: Ο αφηγηματικός χρόνος σε μια διαλογική σκηνή είναι σχεδόν ίσος με τον πραγματικό χρόνο. Στην περιγραφική αφήγηση όμως υπάρχουν περιπτώσεις που ο χρόνος διαρκεί ελάχιστα σε σχέση με τον πραγματικό, όπως π.χ. στις τρεις από τις τέσσερις μέρες της κατασκευής της σχεδίας (στ. 289/<262>) και στις 16 από τις 17 του ταξιδιού (στ. 307/<278>), που δεν έχουν κανένα αφηγηματικό περιεχόμενο, ή στον χρόνο του γεύματος που συνοψίζεται σε έναν μόνο στίχο (220/<200>). Στις περιπτώσεις αυτές η αφήγηση συστέλλει τον χρόνο (διατρέχει χρόνο πολύ με αριθμητική κυρίως αναφορά ή με αφαίρεση), όπως σε άλλες τον διαστέλλει (εντάσσει εκτενή αφηγηματική ύλη σε μικρό χρονικό διάστημα, στη δεύτερη νύχτα της Σχερίας, π.χ., με τους «Άττολόγους»).
H Ενότητα κλείνει με την αρχή της 18ης μέρας του ταξιδιού (της 29ης από την αρχή της Οδύσσειας), «όταν πήραν να φαίνονται […] της Φαιακίδας τα βουνά» (307-9/<279-80>), όταν δηλαδή έφτανε ο Οδυσσέας στο τέλος σχεδόν του προγραμματισμένου από τον Δία εικοσαήμερου ταξιδιού του, δεν έχει όμως ακόμα περάσει τα επίσης προγραμματισμένα πάθη (ε38-9/<33-4>)- θα τα περάσει στις τρεις μέρες που απομένουν.
Αποσπάσματα από τη σχετική βιβλιογραφία / αρθογραφία
- Η ιδιοτυπία του επεισοδίου της Καλυψώς
«Μέσα στις δεκάχρονες περιπλανήσεις του Οδυσσέα το επεισόδιο της Καλυψώς κατέχει μια πολύ ιδιότυπη θέση. Ενώ δηλαδή διαρκεί κάτι περισσότερο από εφτά χρόνια, δεν έχει κανένα συγκεκριμένο αφηγηματικό περιεχόμενο. Οι στίχοι α 48-57, δ 556-560, ε 147-159, η 244-260, μ 447-450 και ψ 333-337 επαναλαμβάνουν στην ουσία τους στίχους α 13-15, επισημαίνουν δηλαδή τον ανασταλτικό χαρακτήρα του επεισοδίου, δεν το τροφοδοτούν όμως με αφηγηματικά στοιχεία ικανά να γεμίσουν τον μεγάλο χώρο του. Από την άποψη αυτή το επεισόδιο της Καλυψώς διαφέρει ριζικά από τις άλλες περιπέτειες του Οδυσσέα, που συμβαίνουν στα πρώτα δύο χρόνια της περιπλάνησης του. Γιατί τα επεισόδια εκείνα, που τα υπαινίσσεται ο ποιητής στο προοίμιο του έπους και τα αναπτύσσει ο ίδιος ο ήρωας μπροστά στους Φαίακες στις ραψωδίες ι-μ, περιέχουν συγκεκριμένα περιστατικά, που συσσωρεύονται δυναμικά το ένα επάνω στο άλλο. Αντίθετα, η καθήλωση του Οδυσσέα στο νησί της Καλυψώς δεν έχει καν τα εξωτερικά τυπικά στοιχεία μιας περιπέτειας· αντιστοιχεί σε μια κατάσταση, ή καλύτερα σε μια στάση, όπου αντί για δράση έχουμε αδράνεια και αντί για κίνηση ακινησία.» Όμως «την έλλειψη εξωτερικής δράσης την υποκαθιστά η εσωτερική ένταση του επεισοδίου.»
(Μαρωνίτης 1, σσ. 105 και 147, σημ. 62, Γ).
- Ανθρώπινη βούληση και θεϊκό σχέδιο συνάπτονται
α. «Φαίνεται, λοιπόν, πως έχουμε εδώ να κάνουμε με μια κοσμοθεωρία σύμφωνα με την οποία η αφετηρία σημαντικών εξελίξεων πρέπει να ανάγεται τόσο στους θεούς όσο και στους ανθρώπους. Η απόφαση των θεών συνιστά το ευρύτερο αντικειμενικό πλαίσιο μέσα στο οποίο η ανθρώπινη βούληση εκδηλώνεται “ελεύθερα” και στοιχίζεται με τρόπο αυτόνομο με την επιταγή των θεών.»
(Schadewaldt, βλ. Επιστροφή, σ. 229, Γ’).
β. «Ανθρώπινη βούληση και θεϊκό σχέδιο βρίσκονται μάλλον τελείως το ένα μέσα στο άλλο· έχουν μια τέτοια εσωτερική σύνδεση, ώστε κάθε χωρισμός τους σύμφωνα με λογικές σκέψεις διασπά καίρια την ενότητα αυτού του κόσμου.»
(Lesky, σ. 125, Α’).
- Σκιαγράφηση και αξιολόγηση του ήθους της Καλυψώς και του Οδυσσέα:
Η Καλυψώ συμπεριφέρθηκε με τρυφερότητα και γενναιοδωρία στον αγαπημένο ξένο της· έκανε βέβαια και μια ύστατη προσπάθεια να τον κρατήσει κοντά της ορθώνοντας μπροστά του το κρίσιμο δίλημμα: αθανασία ή Ιθάκη. Από τη στιγμή όμως που άκουσε τη σταθερή απόφαση του Οδυσσέα, του πρόσφερε πρόθυμα ό,τι περνούσε από το χέρι της για την κατασκευή της σχεδίας και το ταξίδι. Εκπλήρωσε έτσι την υπόσχεση που είχε δώσει στον Ερμή (ε 159-61/<143-4>) και στον ίδιο τον Οδυσσέα (182-5/<165-8>) και απέδειξε γνήσια την αγάπη της γι’ αυτόν.
Ο Οδυσσέας, προσηλωμένος με μάτια βουρκωμένα στο πέλαγος χωρίς την ελπίδα του νόστου, αιφνιδιάστηκε από την ξαφνική απόφαση της θεάς και προς στιγμήν αμφέβαλε για την ειλικρίνειά της, βρήκε όμως αμέσως τη λύση του όρκου και εξασφαλίστηκε· η Καλυψώ τον χαρακτήρισε γι’ αυτό έξυπνο και «πονηρό». Ο ποιητής τον αποκάλεσε πολύμητιν, γιατί χωρίς δισταγμό, αλλά με εξαιρετική διακριτικότητα, απέρριψε τη δελεαστική πρόταση της θεάς και αποφάσισε τον νόστο με τα βάσανα και τους κινδύνους (ένας Οδυσσέας δεν μπορεί να ζήσει χωρίς δράση, αγώνα, κατορθώματα). Ο ίδιος αυτοχαρακτηρίστηκε πολύπαθος και καρτερικός. Και από τη στιγμή που αποφασίστηκε ο νόστος του, δούλεψε ασταμάτητα: κατασκεύασε μόνος του μπροστά στα μάτια μας μέσα σε τέσσερις μέρες (289/<262>) μια ολόκληρη σχεδία· ένα πλοιάριο μάλλον με επίπεδη βάση· και χαρούμενος ανοίχτηκε στο πέλαγος για την πατρίδα· και την κυβέρνησε ξάγρυπνος μέρες δεκαεπτά με τη (Μεγάλη) Άρκτο «στο ζερβό του χέρι». Έδειξε έτσι, εκτός από τη λαχτάρα του νόστου, και τις ναυπηγικές και ναυτικές γνώσεις και ικανότητες του.
7η ενότητα, ραψ. ε 1-165
http://users.sch.gr/ipap/Ellinikos%20Politismos/Yliko/OMHROS%20ODYSSEIA/Odysseia/Didaskontas-Odysseia07.htm
Ερμηνευτικές επισημάνσεις
1. Με τη ραψωδία ε αρχίζει η εφαρμογή του δεύτερου μέρους του σχεδίου της Αθηνάς: η διαδικασία του νόστου του Οδυσσέα = η Οδύσσεια, μετά την «Τηλεμάχεια».
2. Ορίζεται ο χρόνος (αυγή της 7ης μέρας της Οδύσσειας) και ο χώρος (Όλυμπος – Ωγυγία) και διακρίνονται οι τρεις βασικές σκηνές της Ενότητας.
3. Από τη σύγκριση του δεύτερου συμβουλίου των θεών (3-49/<3-42>) με το πρώτο -ειδικότερα με τους στ. α 56-108/<48-95>- διακρίνονται τα επαναλαμβανόμενα στοιχεία (η έγνοια της Αθηνάς για τον αποκλεισμένο στο νησί της Καλυψώς ήρωα και η απόφαση των θεών για τον νόστο του) από τα νέα (αυτά που προέκυψαν από τις ενέργειες του Τηλέμαχου και εκείνα που προδιαγράφουν εξελίξεις)· αυτά κυρίως ενδιαφέρουν:
• ότι οι Ιθακήσιοι ξέχασαν τον καλό βασιλιά τους (στοιχείο από τη συνέλευση των πολιτών)·
• ότι ο Τηλέμαχος κινδυνεύει κατά την επιστροφή του από την ενέδρα των μνηστήρων (στοιχείο που προέκυψε μετά το ταξίδι και χρειάζεται άμεση αντιμετώπιση – επίσπευση άρα της επιστροφής του Οδυσσέα)·
• ότι οι εντολές του Δία στη μεν Αθηνά να αναλάβει την προστασία του Τηλέμαχου, στον δε Ερμή να ανακοινώσει στην Καλυψώ το πρόγραμμα του νόστου, προοικονομούν τα επόμενα μέχρι την άφιξη του Οδυσσέα στην Ιθάκη και την επιστροφή σώου του Τηλέμαχου από τη Σπάρτη, ενώ η αναφορά στην εκδίκηση που θα πάρει ο Οδυσσέας επιστρέφοντας (27-8/<23-4>)6 προβλέπει και τη μνηστηροφονία.
Από τα παραπάνω προκύπτει η συνοχή και ενότητα της Οδύσσειας: H δεύτερη συνέλευση των θεών αποτελεί συνέχεια της πρώτης, καθώς επαναλαμβάνει εντονότερα τα θέματα που τέθηκαν εκεί, αναφέρεται σε δεδομένα που προέκυψαν από την εφαρμογή των εντολών της Αθηνάς προς τον Τηλέμαχο, επαναφέρει δε και προεκτείνει, αλλά ως εντολή του Δία, το σχέδιο που έχει να εκτελέσει ο Ερμής, στο οποίο επικεντρώνεται τώρα η αφήγηση. (Σχετικό είναι το απόσπασμα Δ1.)
4. Από τις σκηνές της αποστολής και άφιξης του Ερμή στην Ωγυγία (51-95/<44-84>) ενδιαφέρουν κυρίως οι εικόνες και μερικές χαρακτηριστικές λεπτομέρειές τους:
• η ετοιμασία του Ερμή, που επαναλαμβάνει εκείνην της Αθηνάς αλλά με προσαρμογή στις ιδιότητες του αγγελιοφόρου των θεών: ο Ερμής δεν κρατάει δόρυ αλλά κηρύκειο (ε51-7/<44-9> » α 109-14/<96-101>)·
• το πέταγμα του θεού από τον Όλυμπο και το ακροπάτημά του στα κύματα, σαν τον γλάρο, ως την έξοδό του στην Ωγυγία και την άφιξή του στη σπηλιά της Καλυψώς (58-66/<50-8>)·
• η σύνθετη εικόνα (οπτική-οσφρητική-ακουστική) της σπηλιάς και της νεράιδας (67-71/<59-62>)·
• οι εικόνες του περιβάλλοντος χώρου: του δάσους με τα πουλιά (72-6/<63-7>), της κληματαριάς (77-8/<68-9>), των πηγών (79-80/<70-1>), των λιβαδιών (81-2/<72-3>), που συνθέτουν ένα ειδυλλιακό τοπίο.
Στην αρχή, η αφήγηση εναλλάσσεται με την περιγραφή, η κίνηση με τη στάση, ως τη στιγμή που ο Ερμής φτάνει στη σπηλιά. Από εκεί και μετά κυριαρχεί η πλούσια περιγραφή του εσωτερικού της σπηλιάς πρώτα και του περιβάλλοντος χώρου έπειτα. O λόγος της επιμονής του ποιητή στην προβολή του νησιού γίνεται φανερός αμέσως μετά (82-4/<73-4>): Το «κι ένας θεός αν έρχονταν εδώ, […] θα γέμιζε αγαλλίαση η ψυχή του» αντιπαρατίθεται προς τη στάση/κατάσταση του Οδυσσέα: (εκείνος) «στην ακτή καθόταν κι έκλαιγε …» (93-5/<82-4>): Τον Οδυσσέα τον αφήνει αδιάφορο η ομορφιά του νησιού· από εκείνα που λαχταρά τον χωρίζει το πέλαγος, γι’ αυτό και προσηλώνεται σ’ αυτό -θαρρείς εκλιπαρώντας το-, σ’ αντίθεση με την Καλυψώ που «τραγουδά»10 (70/<61>).
5. Από τη συνάντηση του Ερμή με την Καλυψώ επισημαίνονται: α. ο χειρισμός της ανακοίνωσης της εντολής του Δία και β. οι αντιδράσεις της νεράιδας.
α. Συγκρίνεται η εντολή του Δία (ε35-49/<30-42>) με την ανακοίνωσή της (111-29/<99-115>):
• Την κυρίως εντολή του Δία, που είναι δυσάρεστη για την Καλυψώ, ο Ερμής την ανακοινώνει προς το τέλος του λόγου του, αλλά με πιο απαιτητικό τρόπο (35-6/<30-1> » 125-6/<112>), ώστε να μη μείνουν περιθώρια άρνησης, και τη συνοδεύει με την αναφορά στη μοίρα του Οδυσσέα, εκτενέστερα εδώ, με αρνητικό και θετικό τρόπο (47-9/<41-2> » 127-9/<113-5>)11, για να τονιστεί προφανώς ότι κανείς δεν μπορεί να την αλλάξει και ότι, επομένως, η μοίρα ευθύνεται για την εντολή.
• Αφαιρεί τα σχετικά με το ταξίδι του Οδυσσέα και με τους Φαίακες (37-46/<32-40>), γιατί δεν αφορούν την Καλυψώ, εκτός από τη σχεδία, αλλά η κατασκευή της αφήνεται στην πρωτοβουλία της θεάς.
• Κυρίως όμως προσθέτει στοιχεία προλογίζοντας την ανακοίνωση της εντολής:
– ότι με δυσφορία ανέλαβε να κάνει ένα μακρινό θαλασσινό ταξίδι, που δεν έχει αναψυχές, αλλά και ότι δεν μπορούσε να παραβεί την εντολή του Δία (111-7/<99-104>)· ο εξομολογητικός αυτός τόνος δημιούργησε οικειότητα και προετοίμασε, έτσι, την υποταγή της Καλυψώς·
– με μια συνοπτική έπειτα αναφορά στα τρωικά και στους νόστους των ηρώων παρουσιάζει τον Οδυσσέα, χωρίς καν να αναφέρει το όνομά του, ως τον πιο συφοριασμένο από όλους τους συμπολεμιστές του στην Τροία, αφού άραξε ναυαγός στο νησί της χωρίς συντρόφους (117-24/<105-11>)- είναι, επομένως, αξιολύπητος και άξιος βοήθειας- και πριν φύγει, όταν η Καλυψώ έχει ήδη συναινέσει, επαναλαμβάνει την εντολή σαν δική του συμβουλή, για να προφυλάξει, προφανώς, τη θεά από την πιθανή οργή του Δία (163-4/<146-7>). Ο Ερμής, λοιπόν, δεν μετέφερε την εντολή του Δία ως απλός αγγελιοφόρος, αλλά, χωρίς να αλλοιώσει το περιεχόμενό της, μίλησε με σύνεση και ευγένεια. Αποδείχτηκε έτσι πρόσωπο που ξέρει να χειρίζεται με επιτυχία τις υποθέσεις που του ανατίθενται.
β. Από την απάντηση της Καλυψώς (130-61/<116-44>) προκύπτει ότι οι αντιδράσεις της είναι σύμφωνες με όσα έχουμε ακούσει ως τώρα για τη νεράιδα (α 16-9/<13-5>, 64-6/<55-7> και ε 16-8/<13-5>)13 και διαπιστώνεται ότι το ρίγος που τη διαπερνά (130/<116>) και τα οργισμένα λόγια της (132-52/<118-36>) επιβεβαιώνουν τον μεγάλο έρωτά της για τον Οδυσσέα αλλά και τον θεϊκό ανθρωπομορφισμό (έρωτες και ζήλιες,14 παράπονα και διεκδικήσεις, αλλά και υποταγή στον αφέντη15). (Σχετικό είναι το απόσπασμα Δ4.)
Υπογραμμίζεται, ακόμη, η επιμονή της στο όψιμο ενδιαφέρον του Δία για τον Οδυσσέα, σε αντίθεση με τη δική της φροντίδα για τον ναυαγό, και η πρόθεσή της να του χαρίσει αθανασία και αγηρασία, για να προβάλει έτσι -απεγνωσμένα έστω- τα δικαιώματά της· παρ’ όλα αυτά, είναι πρόθυμη να τον συμβουλεύσει για ένα ταξίδι «χωρίς μεγάλη βλάβη» (153-61/<137-44>)- τον αγαπάει, άρα, αληθινά.
6. Προσδιορίζεται το επίπεδο δράσης και ο λόγος της θεϊκής δραστηριότητας που αναπτύσσεται: οι θεοί υπηρετούν τον άνθρωπο που υπήρξε βασιλιάς δίκαιος και γλυκός σαν πατέρας και μένει προσηλωμένος στον σκοπό του, τον νόστο με όλα όσα αυτός συνεπάγεται: προσήλωση στην πατρίδα, στον λαό και στην οικογένειά του, αξίες που οι άνθρωποι και οι θεοί της ομηρικής εποχής (και όχι μόνο) στηρίζουν.
ΠΩΣ Ο ΕΡΜΗΣ ΠΕΤΥΧΑΙΝΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΑ ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ;
α) Αρχικά, δείχνει ότι αυτός δεν ήθελε να κάνει ένα τόσο μακρινό ταξίδι ως το νησί της Καλυψώς κι έτσι δεν έχει την ευθύνη γι’ αυτή την πράξη (110-117)
β) Παρουσιάζει τον Οδυσσέα ως τον πιο βασανισμένο από τους ήρωες του Τρωικού πολέμου, χωρίς να αναφέρει το όνομά του (118). Αν έλεγε το όνομα του Οδυσσέα ίσως θα πλήγωνε την ερωτευμένη Καλυψώ.
γ) Μετά τον μακροσκελή πρόλογό του κι έχοντας προετοιμάσει ψυχολογικά την Καλυψώ, ανακοινώνει την εντολή του Δία με συντομία, χωρίς να αφήνει περιθώρια αντίδρασης (125-126)
δ) Υπογραμμίζει τη δύναμη της μοίρας, στην οποία όλοι πρέπει να υπακούουν (127-129)
ε) Αφαιρεί από την απόφαση του Δία τις δυσκολίες που θα αντιμετωπίσει ο Οδυσσέας στο ταξίδι, γιατί δε θέλει να στεναχωρήσει την Καλυψώ.
στ) Πριν φύγει, επαναλαμβάνει την εντολή του Δία και λέει στην Καλυψώ να πειθαρχήσει για να αποφύγει την οργή του πατέρα των Θεών (163-165)
ΑΝΘΡΩΠΟΜΟΡΦΙΣΜΟΣ
α) Η Αυγή έχει σύζυγο θνητό (1-3)
β) Το συμβούλιο των θεών (3-24)
γ) Οι θεοί έχουν συγγενικές σχέσεις μεταξύ τους
δ) Η Αθηνά νοιάζεται για τον Οδυσσέα
ε) Η Καλυψώ είναι ερωτευμένη με τον Οδυσσέα
στ) Η Καλυψώ στεναχωριέται, οργίζεται, αλλά τελικά υποτάσσεται στη βούληση του θεού-αφέντη.
ζ) Ο Ερμής θαυμάζει την ομορφιά του νησιού (85)
η) Οι θεοί ανταλλάσσουν επισκέψεις (99,109)
θ) Η Καλυψώ είναι όμορφη, καλλίφωνη και ασχολείται με γυναικείες δουλειές (70-71)
ι) Η Καλυψώ προσφέρει περιποιήσεις στον Ερμή σαν αυτές που προσφέρουν οι άνθρωποι όταν φιλοξενούν κάποιον επισκέπτη (96-107)
ια) Οι θεοί νιώθουν συχνά ζήλια ο ένας για τον άλλο (132-133, 144)
ιβ) Υπάρχει και στον κόσμο των θεών ιεραρχία.
‘Εχουμε στην ενότητά μας σε δύο σημεία :
α) Ο Ερμής αναφέρεται στα βάσανα που έχει περάσει ο Οδυσσέας (117-124)
β) Η Καλυψώ μάς μεταφέρει 10 χρόνια πριν, όταν ο Οδυσσέας έφθασε στο νησί της (145-150)ΠΡΟΟΙΚΟΝΟΜΙΕΣ
Προαναγγέλλονται :
α) η μνηστηροφονία (28)
β) η προστασία της Αθηνάς προς τον Τηλέμαχο (29-32)
γ) η επιστροφή του Οδυσσέα και τα βάσανά του κατά την επιστροφή (36-49, 127-129, 155-156, 161)ΕΠΙΚΗ ΕΙΡΩΝΕΙΑ
α) 70, 93-95 : Ο Οδυσσέας τραγουδάει χαρούμενη, ενώ ο Οδυσσέας θρηνεί. δε γνωρίζουν οι ήρωες την είδηση που φέρνει ο Ερμής και που θα αντιστρέψει την συναισθηματική τους κατάσταση.
β) 100-102 : Η Καλυψώ δηλώνει πρόθυμη να ικανοποιήσει κάθε αίτημα του Ερμή, χωρίς να ξέρει ότι ο θεός θα της ζητήσει να αποχωριστεί τον αγαπημένο της Οδυσσέα.ΤΥΠΙΚΑ ΕΠΙΘΕΤΑ ΚΑΙ ΤΥΠΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
τότε κι η Αθηνά άρχισε να μιλά (5) : τυπική έκφραση
Δία πατέρα (8) : τυπική έκφραση
θείος Οδυσσέας (14) : τυπικό επίθετο
στην Πύλο την ιερή (24) : τυπικό επίθετο
στη Λακεδαίμονα τη θεία (24) : τυπικό επίθετο
ο Δίας, που τα σύννεφα συνάζει, στην Αθηνά αποκρίθηκε(25) : τυπική έκφραση
Ερμή, μαντατοφόρε (34) : τυπικό επίθετο
καλλίκομη νύμφη (35,66) : τυπικό επίθετο
καρτερικού Οδυσσέα (36) : τυπικό επίθετο
γλυκιά πατρίδα (46) : τυπικό επίθετο
κρατερός Αργοφονιας (57) : τυπικό επίθετο
Ερμής, ψυχοπομπός κι αργοφονιάς (85) : τυπικά επίθετα
ο νους του χόρτασε (86) : τυπική έκφραση
η Καλυψώ, αρχοντική θεά (89,96) : τυπικό επίθετο
μεγαλόψυχο Οδυσσέα (92) : τυπικό επίθετο
ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΙ
1. Αθηνά : επικριτική με τους θεούς, αφού τους κατηγορεί ότι δεν αποδίδουν σψστά δικαιοσύνη (8-11). Έχει μεγάλες ικανότητες στο να πείθει και στο να επιχειρηματολογεί. Συμπαθεί ιδιαίτερα τον Οδυσσέα και τον Τηλέμαχο (16-24)
2. Δίας : απαντά με θυμό στην κόρη του (26), καθώς εκπλήσσεται από τις κατηγορίες της (27-28). Πείθεται από τα επιχειρήματα της Αθηνάς και αποφασιστικότητα προγραμματίζει το πώς θα γυρίσει ο Οδυσσέας στην πατρίδα του (47-49). Το αποφασιστικό του ύφος και η άμεση ανταπόκριση του Ερμή (34-37, 50) δείχνουν ότι είναι παντοδύναμος.
3. Ερμής : υπάκουος απέναντι στον Δία (50). Ευαίσθητος και ρομαντικός, μιας και θαυμάζει το νησί της Καλυψώς (85-88). Εύστροφος και διπλωμάτης, αναγγέλλει στην Καλυψώ την απόφαση του Δία με εξαιρετικά προσεκτικούς χειρισμούς και περίτεχνο πρόλογο. Δε γίνεται σε καμία περίπτωση αντιπαθής στην Καλυψώ.
4. Καλυψώ : χαρούμενη κι εργατική (70-71), ευγενική και φιλόξενη (89-91, 96-108). Ερωτευμένη με τον Οδυσσέα και οργισμένη με τους θεούς (130-133, 140). Αισθάνεται αδικημένη και κάνει παράπονα (145-152). Στο τέλος είναι υποχωρητική μπροστά στον κίνδυνο να τιμωρηθεί από τον Δία.
5. Οδυσσέας (δε συμμετέχει, αλλά αναφέρεται) : η Αθηνά λέει ότι είναι ευσεβής, δίκαιος και ενάρετος βασιλιάς (9-15). Η απόφαση των θεών δείχνει ότι γενικά είναι αγαπητός σε αυτούς (34-36). Βρίσκεται σε μεγάλη απόγνωση και θλίψη (92-95), καθώς θέλει να γυρίσει στην οικογένειά του και την πατρίδα του. Τέλος, ο Ερμής και η Καλυψώ μιλώντας για τα κατορθώματα του Οδυσσέα, φανερώνουν ότι είναι γενναίος, υπομονετικός και αποφασιστικός (117-124, 145-150).
Αποσπάσματα από τη σχετική βιβλιογραφία / αρθογραφία
1. Η ανάγκη σύγκλησης του δεύτερου συμβουλίου των θεών
«Μια πιθανή λύση είναι ότι η δεύτερη συνέλευση παρουσιαζόταν ως εναλλακτική της πρώτης για τις περιπτώσεις που ο ποιητής έπρεπε να αρχίσει την αφήγησή του όχι από την κατάσταση στην Ιθάκη μα από τις περιπλανήσεις του Οδυσσέα. Ότι οι ακροατές θα το ζητούσαν αυτό είναι πλήρως ευνόητο- και χωρίς μιαν τέτοια αρχή η ιστορία θα ξεκινούσε πολύ παράτυπα και πολύ απότομα. Γνωρίζουμε πολύ λίγα σχετικά με την πρώτη καταγραφή των ποιημάτων για να είμαστε σε θέση να υποθέσουμε πώς ή γιατί αμφότερες οι συνελεύσεις έχουν εισαχθεί στο κείμενο. Ίσως όμως να αισθάνονταν ότι, αφού με την αναχώρηση από την Ωγυγία αρχίζει ένα εντελώς νέο τμήμα, χρειαζόταν εισαγωγή και η δεύτερη συνέλευση κάλυψε αυτή την ανάγκη.» (Companion, σσ. 75-6, Β’ – βλ. και Ρεγκάκος, σσ. 153-7, Β’).
2. Ο ρόλος της Κίρκης και της Καλυψώς αποτελούν παραλλαγές του ίδιου θέματος
«Στην Οδύσσεια, που πραγματεύεται το πάγκοινο και πανάρχαιο θέμα της επιστροφής του περιπλανωμένου, ο περιπλανώμενος δύο φορές καθυστερείται από […] θεϊκές γυναίκες σε απόμακρα νησιά, πρώτα από την Κίρκη και ύστερα από την Καλυψώ. Πίσω απ’ αυτό βρίσκεται το κοινό θέμα της μάγισσας που ερωτεύεται τον πλάνητα και τον κρατά κοντά της ωσότου της ξεφύγει με κάποιον τρόπο. Ότι και οι δυο τους ήταν κάποιου είδους μάγισσες μπορεί να το συμπεράνει κανείς από τα ονόματά τους, που σημαίνουν “το Γεράκι” και “η Συγκαλύπτουσα”. […] Στην πλοκή […] όμως επιτελούν διαφορετική αποστολή. H Κίρκη έχει, ανάμεσα στ’ άλλα της καθήκοντα, να διδάξει τον Οδυσσέα πώς να πλεύσει στην άκρη του κόσμου και να καλέσει το φάντασμα του Τειρεσία· η Καλυψώ είναι χρήσιμη, επειδή κρύβει τον Οδυσσέα για αρκετά μακρύ διάστημα ώστε να καταστεί η τύχη του μυστήριο και να θεωρηθεί ο θάνατός του πιθανός. Μπορεί να είχαν διαφοροποιηθεί πριν ο ποιητής της Οδύσσειας ακούσει γι’ αυτές, ή ίσως, όπως έχουν σκεφτεί, η Καλυψώ αποτελεί δική του επινόηση για να εξηγήσει τη μακρόχρονη απουσία του ήρωα. Και στις δύο περιπτώσεις δείχνουν πώς ένα απλό θέμα ήταν δυνατό να μεταπλαστεί σε δύο διαφορετικά ή ακόμα και συμπληρωματικά ή αντιθετικά θέματα.» (Μ. Bowra, Companion, σ. 67, Β’).
3. Η διακριτικότητα του Ερμή και η απόφαση της Καλυψώς
«Ευγένεια και πολιτισμός […] στις σχέσεις Ερμή και Καλυψώς. Ο αγγελιαφόρος του Διός παρουσιάζεται απρόθυμος εντολοδότης στην ερωτευμένη νεράιδα, για να μην την προσβάλει. Δεν αναφέρει καν το όνομα του Οδυσσέα, καθώς διεκπεραιώνει τον εκτελεστικό του ρόλο, ξέροντας ότι το όνομα πληγώνει τον αφορμισμένο έρωτα. Στο ίδιο βάλσαμο της ανωνυμίας καταφεύγει και η Καλυψώ, όσο ακόμη ταλαντεύεται αν θα υπακούσει ή όχι στην εντολή του Δία. Και μόνο όταν ο Ερμής αποχωρεί, η Καλυψώ, σάμπως να ήταν δική της η πρωτοβουλία, ανακοινώνει στον αγαπημένο της πως αποφάσισε να τον ξεπροβοδίσει. Τότε επιτέλους και τον ονομάζει, και μάλιστα με όλους τους επίσημους τίτλους του.» (Μαρωνίτης 5, σσ. 61-2, Γ’).
4. Η διεκδικητική διαμαρτυρία της Καλυψώς
«Εντονη και θαρραλέα είναι η κατηγορηματική απαίτηση της νύμφης -και στο όνομα των άλλων θηλυκών θεών- για την αυτοδιάθεση στον έρωτα. Αλλά κι εκείνη υποτάσσεται στο τέλος στη βουλή του Δία. Αυτό αποτελεί δίχως αμφιβολία το πρώτο παράδειγμα για γυναικεία χειραφέτηση στη λογοτεχνία, και σχετικά με τον «πατέρα θεών», τον Δία, είναι και το πρώτο παράδειγμα για τη διαμαρτυρία μιας κόρης κατά της απαγόρευσης του πατέρα.» (Lohmann, βλ. Πρακτικά Κ.Ο.Σ. 5, σ. 97, Β’).
¨Ασκηση
- Να βρείτε τα στοιχεία υλικού πολιτισμού
- Να βρείτε τα εκφραστικά μέσα
6η ενότητα
Attachments
ραψ α, ενότητα 5η, στ. 361-496
ραψωδία α ενότητα 4η στ. 174-360
Πατήστε στο 4η ενότητα προκειμένου να κάνετε και τις ερωτήσεις κατανόησης
Γ‘ Θέματα για συζήτηση | ||||||||||||
1. Πώς μπορεί να δικαιολογηθεί η ανθρώπινη μορφή της Αθηνάς στην αρχή του διαλόγου και η θαυμαστή αναχώρησή της στο τέλος;
2. Ποια προβλήματα αντιμετωπίζει ο Τηλέμαχος και με ποιους τρόπους κατάφερε η Αθηνά-Mέντης να μεταβάλει την αδρανή στάση του, ώστε να αναλάβει πρωτοβουλίες; 3. Οι θεοί αποφάσισαν τον νόστο του Oδυσσέα. Από πού όμως τον εξαρτά η θεά Αθηνά και τι υποδηλώνει αυτό; (Βλ. τον στ. 228 και το αντίστοιχο σχόλιο.) 4. H φιλοξενία επικράτησε ως θεσμός στην ομηρική εποχή. Για ποιους λόγους; 5. Στην Ενότητα αυτή αναφέρονται πολλά πρόσωπα. Να τα κατατάξετε σε τρεις κατηγορίες, ως εξής:
6.
7. Ζωγραφίστε τον Oδυσσέα όπως τον περιγράφει η Αθηνά στους στίχους 284-285. 8. Δραματοποιήστε με έναν δικό σας τρόπο τον διάλογο του Τηλέμαχου με την Αθηνά. 9. Στη συζήτησή του με την Αθηνά ο Τηλέμαχος αγνοεί κάποια πράγματα, που οι ακροατές τα γνωρίζουν. H τεχνική αυτή στη λογοτεχνία ονομάζεται ειρωνεία |
||||||||||||
Δ. Ανακεφαλαίωση | ||||||||||||
Aπαντήστε με συντομία στις παρακάτω ερωτήσεις:
|
||||||||||||
Ε. Αποσπάσματα από τη σχετική Βιβλιογραφία – Αρθογραφία | ||||||||||||
Ερμηνευτικές επισημάνσεις
1. H πρώτη εικόνα αυτής της Ενότητας (174-5/<156-7>) αντιπαρατίθεται προς την τελευταία της προηγούμενης (169-73/<151-5>): μετά το γεύμα οι μνηστήρες ετοιμάζονται για τραγούδι και χορό, ενώ ο Τηλέμαχος αρχίζει συνομιλία με τον «ξένο»· στη συνομιλία αυτή εστιάζει ο ποιητής, ενώ στους μνηστήρες αναφέρεται μέσα από σχόλια των δύο συνομιλητών. 2. Τέσσερα ζευγάρια λόγων αποτελούν το σύνολο σχεδόν της Ενότητας αυτής· δύο μάλλον εκτενή εναλλάσσονται με δύο σύντομα. Έτσι, μετά την προηγούμενη τριτοπρόσωπη αφηγηματική περιγραφή ξαναπερνάμε στη διαλογική/δραματική. Ανακαλείται και η εναλλαγή της αφήγησης με την περιγραφή στο πλαίσιο της περιγραφικής αφήγησης, για να προκύψει ότι η εναλλαγή αποτελεί βασικό στοιχείο της επικής τεχνικής· ποικίλλει έτσι ο λόγος και αποφεύγεται η μονοτονία. 3. Τα μέχρις εδώ δεδομένα που ευνοούν τη διεξαγωγή του διαλόγου: Την Αθηνά και τον Τηλέμαχο τους συνδέει το κοινό ενδιαφέρον για τον Οδυσσέα, με διαμετρικές όμως διαφορές: Ο Τηλέμαχος, πικραμένος με την κατάσταση του σπιτιού του, οραματίζεται απελπισμένος τον πατέρα του, που θα μπορούσε γυρίζοντας να αποκαταστήσει τα πράγματα (α 128-32/<114-7>), ενώ η Αθηνά γνωρίζει ότι ο Οδυσσέας ζει και ότι στον Όλυμπο αποφασίστηκε ο νόστος του, κατέβηκε όμως στην Ιθάκη με στόχο να ενθαρρύνει τον γιο να αναλάβει ο ίδιος αυτό που θα έκανε ο πατέρας του και, ακόμη, να σπεύσει να τον αναζητήσει (α 101-7/<88-94>). Έτσι, η Αθηνά δεν θα βεβαιώσει τον Τηλέμαχο γι’ αυτά που ξέρει, αλλά θα επιδιώξει, με λεπτούς χειρισμούς, να τον δραστηριοποιήσει. Οι χειρισμοί αυτοί της θεάς, λοιπόν, είναι κυρίως το ζητούμενο. Πρώτο ζευγάρι λόγων α. Ο λόγος του Τηλέμαχου (174-96/<156-77>): Σύμφωνα με το τυπικό της φιλοξενίας, ο Τηλέμαχος, μετά το γεύμα, έπρεπε να ζητήσει από τον «ξένο» να εκθέσει τον λόγο της επίσκεψής του. Παραβαίνει όμως τα ειωθότα (και ζητάει συγγνώμη γι’ αυτό), για να του δώσει πρώτα μια εξήγηση για την ασύδοτη συμπεριφορά πολλών αντρών στο σπίτι του, αλλά και να εκφράσει τον πόνο του για την απουσία του πατέρα, τον οποίο θεωρεί αφανισμένο. Δεν παραλείπει, ωστόσο, να υποβάλει στον επισκέπτη του τις συνηθισμένες ερωτήσεις, στο τέλος όμως ξαναγυρίζει στον πατέρα: «μήπως είσαι φίλος πατρικός», ζητώντας έτσι, εμμέσως, να μάθει για τον Οδυσσέα και προβάλλοντας, συγχρόνως, μια κοινωνική πλευρά εκείνου. Ο Τηλέμαχος, με δυο λόγια, βλέπει αδιέξοδη την κατάσταση του σπιτιού του, η επιθυμία του όμως να ζητήσει πληροφορίες για τον πατέρα αποτελεί μια ρωγμή ελπίδας (βλ. α 152-3/<135>). β. Ο λόγος της θεάς (197-235/<178-212>): Η Αθηνά συστήνεται αμέσως σαν Μέντης και απαντά με συγκεκριμένα στοιχεία στις ερωτήσεις του Τηλέμαχου σχετικά με την ταυτότητά του, τον σκοπό του ταξιδιού και τη φιλία του με τον Οδυσσέα, για την οποία επικαλείται τη μαρτυρία του Λαέρτη – και γνωρίζει αρκετά γι’ αυτόν. Γίνεται έτσι πιστευτός ο «Μέντης» και δημιουργεί κλίμα οικειότητας και εμπιστοσύνης. H αναφορά δε στον λόγο της επίσκεψής του -«η φήμη μ’ έφερε / πως βρίσκεται ο πατέρας σου κιόλας στην πόλη»-, με την αισιοδοξία που τον χαρακτηρίζει πάει να αναιρέσει την απαισιοδοξία του Τηλέμαχου. H εκ των πραγμάτων διάψευση της είδησης αυτής, βέβαια, αναγκάζει τον «Μέντη» να αναδιπλωθεί αμέσως και να δώσει μια εξήγηση («φαίνεται όμως οι θεοί τού φράζουνε τον δρόμο ακόμη»), αλλά και μερικές πληροφορίες, αόριστες μεν κοντά όμως στην αλήθεια, που γνωρίζει ήδη ο ακροατής. Ακόμη, μαντεύει, σαν από θεία φώτιση, σύντομο τον ερχομό του Οδυσσέα και οφειλόμενον στην πολυμηχανία του. Ζητάει, τέλος, στοιχεία της ταυτότητας του Τηλέμαχου (δεν του είχε συστηθεί πριν με ακρίβεια), για να επιβεβαιώσει, τάχα, τις εντυπώσεις που του δημιούργησε η ομοιότητα με τον πατέρα του. Δεύτερο ζευγάρι λόγων α. Ο λόγος του Τηλέμαχου (236-45/<213-20>): Ο Τηλέμαχος απαντάει με σκεπτικισμό, που υποδηλώνει τον καημό του παιδιού που δεν γνώρισε τον πατέρα του, και εύχεται να ήταν «ενός άλλου ο γιος […], που τα γεράματα τον βρίσκουν μέσα στ’ αγαθά του». Οι αισιόδοξες όμως διαβεβαιώσεις και προφητείες του πατρικού φίλου άσκησαν κάποια επίδραση πάνω του: η προηγούμενη απελπισία για τον πατέρα του μεταβάλλεται τώρα σε αόριστη απαισιοδοξία: «ο πιο δυστυχισμένος που γεννήθηκε σ’ αυτόν τον κόσμο, / αυτός μου λένε πως με γέννησε». β. Ο λόγος της Αθηνάς (246-55/<221-9>): Αόριστη αλλά και κολακευτική για τον Τηλέμαχο γίνεται τώρα και η αισιοδοξία του «Μέντη», για να μπορέσει να τον προσεγγίσει. Με μια σειρά ερωτήσεις και διαπιστώσεις, όμως, τον ελέγχει για ανοχή της ξεδιάντροπης συμπεριφοράς των μνηστήρων, που θα προκαλούσε αγανάκτηση σε όποιον πέρναγε από εκεί, ενώ αυτός μένει αδρανής- τον βάζει έτσι μπροστά στις υποχρεώσεις του. Τρίτο ζευγάρι λόγων α. Ο λόγος του Τηλέμαχου (256-79/<230-51>): Ο προηγούμενος λόγος του «Μέντη» κέρδισε περισσότερο τον Τηλέμαχο, αλλά και τον προκάλεσε· ξεσπά, έτσι, αποκαλύπτοντας με ιδιαίτερη ένταση τα προβλήματα που τον βασανίζουν: την έλλειψη του πατέρα και τις συνέπειες αυτής της έλλειψης: • αναφέρεται στην ευτυχισμένη εποχή του βασιλικού οίκου και αποδίδει σε κακό σχέδιο των θεών την εξαφάνιση του πατέρα του (258-61/<232-5>)· • θεωρεί λιγότερο κακό έναν τιμημένο θάνατο του Οδυσσέα, γιατί η εξαφάνισή του, πέρα από τον καημό του για κείνον, του πρόσθεσε «μεγάλα βάρη» (262-71/<236-44>): -«όσοι τριγύρω στα νησιά αρχηγεύουν […] έγιναν της μάνας μου μνηστήρες»11 (272-5/<245-8>) – «εκείνη μήτε τον […] γάμο αρνείται, μήτε […] δίνει τέλος στην υπόθεση»12 (276-7/<249-50>) – «στο μεταξύ οι μνηστήρες […] ρημάζουν τα αγαθά μου» (277-8/<250-1>) – «σε λίγο θα κατασπαράξουνε κι εμένα» ως φυσικό κληρονόμο του Οδυσσέα13 (278-9/<251>). Με τις απαντήσεις αυτές ο Τηλέμαχος παρουσιάζεται αδύναμος να αντιδράσει στη δυσχερή κατάσταση του παλατιού, δίνει ωστόσο λαβές στη θεά να οργανώσει έτσι τον επόμενο λόγο, ώστε να επιτύχει τον σκοπό της. Τέτοιες λαβές είναι: • ότι η απουσία του πατέρα τού στοιχίζει πολύ, αλλά μένει αδρανής· • η επιμονή όχι στον θάνατο πια του Οδυσσέα, αλλά στην εξαφάνισή του από δυνάμεις θεϊκές· • οι αναφορές σ’ έναν τιμημένο θάνατο του πατέρα του με τον τύμβο των Παναχαιών, αλλά και στην κληρονομημένη δική του δόξα· • η πίεση που ασκούν οι μνηστήρες στη μητέρα του και η αναποφάσιστη δική της στάση· • το ρήμαγμα της περιουσίας του και ο κίνδυνος της ζωής του.
β. Ο λόγος της Αθηνάς (280-339/<252-305>): Ο «πατρικός φίλος» διαπιστώνει πόσο αναγκαίος είναι στον Τηλέμαχο ο πατέρας του και του προβάλλει μια ηρωική εικόνα του, που θα ήταν καταστροφή για τους μνηστήρες, αν «έπεφτε» έτσι πάνω τους. Την πραγματοποίηση όμως μιας τέτοιας υποθετικής εκδοχής την αφήνει στο χέρι των θεών (281-98/<253-69>)· συγκλίνει έτσι προς τη θέση του Τηλέμαχου, αν και με άλλο πνεύμα μίλησε εκείνος για τους θεούς, και με μια αποστροφή «αποσπά τη σκέψη του από τον […] πατέρα και την στρέφει στον ίδιο […] που είναι παρών και οφείλει να δράσει»: «εσένα τώρα συμβουλεύω να σκεφτείς […]. Άκου λοιπόν […]» (298/<269> κ.ε.): • να συγκαλέσεις, αύριο κιόλας, σε συνέλευση τους Αχαιούς και με μάρτυρες τους θεούς να απαιτήσεις να φύγουν από το σπίτι σου οι μνηστήρες15 (301-4/<272-4>)· • αν η μάνα σου επιθυμεί γάμο, ας γυρίσει στο σπίτι του πατέρα της16 […] (304-8/<275-8>)· • όσο για σένα, «[…] πήγαινε να μάθεις νέα του πατέρα σου […]» (309-18/<279-86>)· • και αν μάθεις πως ζει, «κάνε υπομονή γι’ αυτόν τον χρόνο» (319-20/<287-8>) περιμένοντας τον πατέρα: αισιόδοξη εκδοχή με τον Τηλέμαχο όμως αδρανή· • αν μάθεις πως δεν ζει, απόδωσέ του νεκρικές τιμές17 (321-4/<289-92>): απαισιόδοξη εκδοχή, οπότε ο Τηλέμαχος πρέπει να αναλάβει πρωτοβουλίες τόσο ως προστάτης της μητέρας του (να την παντρέψει) όσο και ως κληρονόμος του πατέρα του (να βρει τρόπο να σκοτώσει ο ίδιος18 τους μνηστήρες19, 324-30/<292-7>). Κλείνοντας τον λόγο της η Αθηνά, διεγείρει τη φιλοτιμία του Τηλέμαχου προβάλλοντάς του το παράδειγμα του Ορέστη -σε συνάρτηση με το κίνητρο της υστεροφημίας- και υπογραμμίζει τη λεβεντιά του- τέλος, του συνιστά να μην ξεχάσει τις συμβουλές της (331-9/<298-305>). Με την προσεγμένη αυτή τακτική η θεά άσκησε παιδευτική επίδραση στον άπειρο και άπραγο ακόμη, σταθερά όμως πεπνυμένον Τηλέμαχο.
Λίγα σχόλια για τον λόγο αυτόν της Αθηνάς: Οι συμβουλές της θεάς, εκτός από τη συνέλευση και το ταξίδι, αναφέρονται σε πράγματα που δεν θα γίνουν μέσα στο έπος (όπως ο τύμβος για τον Οδυσσέα και ο γάμος της Πηνελόπης) ή δεν θα γίνουν έτσι ακριβώς (όπως η μνηστηροφονία). Αυτό το ξέρει η θεά, εν μέρει και οι ακροατές του ποιητή και τους αφήνουν αδιάφορους- ο Τηλέμαχος μόνο δεν το ξέρει. Και αφού στη δική του ενθάρρυνση και άνδρωση αποβλέπουν, οι συμβουλές αυτές δεν έχουν σημασία αυτές καθεαυτές, αλλά κατά πόσο μπορούν να επιτύχουν τον σκοπό τους. Και φαίνεται πως τον πετυχαίνουν: με την εκτενή απαισιόδοξη εκδοχή (321-9/<289-96>), που με τις ανακολουθίες της δίνει την εντύπωση μιας αφρόντιστης σύνθεσης, η θεά γυρίζει στην αρχική θέση του Τηλέμαχου, ότι ο πατέρας του χάθηκε, αυτό όμως πρέπει να το εξακριβώσει ο ίδιος. Στο τέλος μαλακώνει κιόλας το ύφος της θεάς, για να του στεριώσει την αυτοπεποίθηση. H Αθηνά, σε τελική ανάλυση, όρθωσε στον Τηλέμαχο το ερώτημα: ζει ή πέθανε ο πατέρας μου; Τον αφύπνισε έτσι και τον ενδυνάμωσε ψυχολογικά, ώστε η απαισιοδοξία του από παθητική να γίνει ενεργητική.
Τέταρτο ζευγάρι λόγων α. Ο λόγος του Τηλέμαχου (340-7/<307-13>): Ο Τηλέμαχος διαβεβαιώνει τον «πατρικό φίλο» ότι ενστερνίστηκε τα λόγια του σαν να ήταν του πατέρα του και τον παρακαλεί να καθυστερήσει λίγο για να λουστεί και να δεχτεί το καθιερωμένο το δώρο της φιλοξενίας. β. Ο λόγος της Αθηνάς (348-53/<314-8>): Ο «φίλος» όμως βιάζεται και προτείνει ν’ ανταλλάξουν δώρα «την επόμενη φορά». Η Αθηνά, τελειώνοντας το λόγο της, «σαν το πουλί πετώντας, ξέφυγε από το άνοιγμα της στέγης» και ο ποιητής μάς πληροφορεί ότι ο Τηλέμαχος -«καταλαβαίνοντας»- ενθαρρύνθηκε και προσηλώθηκε ακόμη περισσότερο στον πατέρα του. Το αποδεικνύει πηγαίνοντας αμέσως προς τους μνηστήρες ως άντρας «ισόθεος»24 (354-60/<319-24>), δεν γυρίζει όμως στην αρχική διαβεβαίωση της θεάς, ότι ο Οδυσσέας ζει και σύντομα θα γυρίσει, βεβαιώνεται μόνο για το τελικό συμπέρασμα της συζήτησης, την ανάληψη ευθυνών και πρωτοβουλιών από τον ίδιο. Πέτυχε, λοιπόν, τον σκοπό της η θεά.
— Από τις αντιτιθέμενες απόψεις της αρχής σχετικά με την τύχη του Οδυσσέα (την απελπισμένη βεβαιότητα του Τηλέμαχου και την αισιόδοξη βεβαιότητα της Αθηνάς), η συζήτηση κατέληξε κάπου στη μέση, στην άγνοια και στην αμφιβολία, και στην υποχρέωση επομένως του Τηλέμαχου να αναλάβει πρωτοβουλίες.
Τα πολιτισμικά στοιχεία της Ενότητας Θεσμοί: α. Η φιλοξενία, ένας πολύ σοβαρός κοινωνικός θεσμός για τη σύναψη σχέσεων -ιδιαίτερα μεταξύ αρχόντων- ενταγμένος σε πλαίσια θρησκευτικά (βλ. τη σημ. 4). β. Το ανταλλακτικό εμπόριο, βασικός οικονομικός θεσμός (βλ. τη σημ. 3). γ. Η αγορά/η «συνέλευση» των πολιτών, πολιτικός θεσμός (βλ. το σχόλιο 19 ) δ. Η αυτοδικία, το άγραφο δίκαιο της εκδίκησης (βλ. τη σημ. 18). ε. Ο γάμος και η προίκα, βασικός οικογενειακός θεσμός (βλ. τη σημ. 16). στ. Το επάγγελμα του μάντη (βλ. το σχόλιο 11 και τη σημ. 6).
Αξίες ξωής: α. Το ιδανικό της ευτυχισμένης ζωής ως τα γηρατειά αλλά και το ηρωικό ιδανικό (βλ. τις σημ. 8, 10 και το σχόλιο 13). β. Η υστεροφημία (βλ. το σχόλιο 25).
Έθιμα:
α. Ταφής: ο τύμβος και άλλες νεκρικές τιμές (βλ. τα σχόλια 16 και 22). β. Η πρόταση για λουτρό και ανταλλαγή δώρων (βλ. το σχόλιο 27).
1. Ειρωνεία, γενικά, σημαίνει αντίθεση ανάμεσα σε κάτι που φαίνεται ή λέγεται και σε κάτι που πράγματι συμβαίνει ή εννοείται. Στη λογοτεχνία ειδικότερα (στο έπος, στην πεζογραφία, στο θέατρο), ειρωνεία σημαίνει συχνά αντίθεση ανάμεσα σε μια φαινομενική και σε μια πραγματική κατάσταση, την οποία αγνοούν οι άμεσα ενδιαφερόμενοι ήρωες, τη γνωρίζει όμως ο ακροατής / αναγνώστης / θεατής και βρίσκεται έτσι σε πλεονεκτική θέση σε σχέση προς αυτούς. Αυτή η μορφή ειρωνείας σχετίζεται με την εξέλιξη της δράσης, γι’ αυτό χαρακτηρίζεται δραματική. θα δούμε και άλλες μορφές ειρωνείας.
Είδη ειρωνείας:
• Λεκτική ειρωνεία που μπορεί να πάρει τη μορφή του αστεϊσμού ή εμπαιγμού (π.χ. «δες έναν γίγαντα» στη θέα ενός κοντού ανθρώπου)· αλλά και του σαρκασμού, αν έχει σκοπό να ψέξει ή να χλευάσει (π.χ. «πικρός ο γάμος θα τους έβγαινε», 295/<266>), ή του ευφημισμού, αν αντικαθιστά τη δυσάρεστη λέξη με την αντίθετή της ή την παραλείπει (π.χ. Εύξεινος, αντί Άξενος, Πόντος· ευλογιά -η ασθένεια- αντί κατάρα-φοβούμαι μην πάθεις κάτι…). • Ειρωνεία της τύχης: για περιπτώσεις που συμβαίνει το εντελώς αντίθετο από αυτό που κάποιος περιμένει. β. Η ειρωνεία στο πλαίσιο της λογοτεχνίας (στο έπος, στην πεζογραφία, στο θέατρο, στους πλατωνικούς διαλόγους):
Η λειτουργία της ειρωνείας στο πλαίσιο της λογοτεχνίας Η ειρωνεία αποτελεί παραχώρηση του λογοτέχνη προς τον ακροατή του: χρησιμοποιεί «ειρωνικά» τους ήρωές του -που είναι δημιουργήματά του, ακόμη κι αν έζησαν κάποτε μέσα στην ανθρώπινη ιστορία- για να τέρψει/να συγκινήσει/να προκαλέσει το ενδιαφέρον εκείνου· σ’ αυτόν απευθύνεται. Κρύβει δηλαδή από τους ήρωές του πράγματα που τους αφορούν άμεσα, ενώ με τρόπους διάφορους τα έχει ήδη κάνει γνωστά στους ακροατές υποδηλώνοντας έτσι ότι είναι με το μέρος τους. Ο ακροατής, κατά συνέπεια, παρακολουθεί από πλεονεκτική θέση τον ήρωα που αγνοεί και πλανάται ή παιδεύεται, γιατί του διαφεύγει μια σημαντική γι’ αυτόν πραγματικότητα, και, αν πάσχει ανάξια, προκαλεί τη συμπάθειά του. «Ειρωνευόμενος» λοιπόν ο λογοτέχνης τους ήρωές του συνεργάζεται με τον ακροατή του, καθώς τον εμπλέκει στη δράση καθιστώντας τον ικανό να καταλαβαίνει με πληρότητα όσα λέγονται και διαδραματίζονται επί σκηνής, αφού γνωρίζει από πρώτο χέρι πολλά από εκείνα που αγνοούν οι ήρωες.
Αποσπάσματα από τη σχετική βιβλιογραφία / αρθογραφία
1. Η λειτουργία της ειρωνείας «Σε σχέση με τους περισσότερους “θνητούς” ήρωες του έπους ο ακροατής είναι και αισθάνεται προνομιούχος. Σοφά προειδοποιημένος από τον ποιητή, φτάνει κάποια φορά στο σημείο να γνωρίζει ακριβώς τι συμβαίνει, καλύτερα κι από τον ίδιο τον πολύτροπο. […] Μ’ αυτόν τον τρόπο πολύ σπάνια εκπλήσσεται. Η έκπληξη […] δεν είναι το δώρο που προσφέρει ο επικός ποιητής στον ακροατή του, σε αντίθεση με το συνήθη σημερινό δημιουργό μιας ιστορίας λογοτεχνικής, κινηματογραφικής ή τηλεοπτικής. Το δικό του δώρο, βασισμένο στην παντογνωσία που ήδη πρόσφερε στον ακροατή του, είναι η δυνατότητα που του δίνει να συλλαμβάνει αυτός τις ειρωνείες λόγου και δράσης.» Ζερβού Α. Tο παιχνίδι της ποιητικής δημιουργίας στην Iλιάδα και την Oδύσσεια. Για μια θεωρία της ομηρικής ποιητικής, εκδ. Iνστιτούτου του βιβλίου – A. Kαρδαμίτσα, Aθήνα 2003.
2. O αοιδός και η τυποποίηση «Γενικά, δεν ήταν εύκολο το επάγγελμα του τραγουδιστή. O αοιδός έπρεπε να έχει εξασκήσει τη μνήμη του αι να παίζει στα δάχτυλα τη μυθολογία. Δεν έφτανε να είναι σε θέση να επαναλάβει γνωστά και πετυχημένα, δικά του ή ξένα τραγούδια· έπρεπε και να μπορεί να συνθέσει στη στιγμή και να αφηγηθεί ποιητικά, αυτοσχεδιάζοντας, όποια ιστορία παλιά ή καινούρια τού ζητούσαν ή αποφάσιζε να τραγουδήσει. Δύσκολο, αλλά για να το πετυχαίνουν οι αοιδοί είχαν αναπτύξει μιαν ιδιαίτερη τεχνική, βασισμένη στην τυποποίηση. Την τυποποίηση του ποιητικού λόγου των αοιδών την καθόριζε σε γενικές γραμμές ένας κανόνας: τα ίδια πράγματα λέγονται πάντα με τα ίδια λόγια. Αυτό σήμαινε στην πράξη ότι ο τραγουδιστής είχε στον νου του μια σειρά από προκατασκευασμένες διατυπώσεις, τους λογότυπους, που ταίριαζαν στον στίχο και αποδίδανε τη μια ή την άλλη έννοια. Για παράδειγμα, κάθε φορά που κάποιος έπαιρνε τον λόγο να δώσει μια απάντηση, ο αοιδός τραγουδούσε: τὸν δ᾿ ἀπαμειβόμενος προσέφη… […] – και συμπλήρωνε τον στίχο, ανάλογα με την περίπτωση, χρησιμοποιώντας τυποποιημένες πάλι εκφράσεις, όπως …ξανθός Μενέλαος […]· …νεφεληγερέτα Zεὺς […]· …πολύμητις Οδυσσεύς […]. Όχι σπάνια ο λογότυπος αντιστοιχούσε σε έναν ολόκληρο στίχο. […] Σε μεγαλύτερη κλίμακα, ο αοιδός μπορούσε να ενσωματώσει στο τραγούδι του και ολόκληρες τυπικές σκηνές, όπως τις κρατούσε έτοιμες στιχουργημένες στη μνήμη του. Τέτοιες σκηνές ήταν π.χ. η υποδοχή του ξένου, η προετοιμασία ενός γεύματος […]. Ήταν μεγάλη βοήθεια για τον αοιδό, όταν αυτοσχεδίαζε, να αξιοποιήσει έτοιμο υλικό […]. Όμως ούτε ο κανόνας της τυποποίησης ούτε η τραγουδιστική πρακτική απαγόρευε τους νεωτερισμούς. Κάθε άλλο: οι τραγουδιστές νιώθαν ελεύθεροι να παραλλάξουν λίγο ή πολύ τις τυπικές διατυπώσεις, και από τις παραλλαγές τους οι καλύτερες αργά ή γρήγορα ενσωματώνονταν στο παραδοσιακό υλικό.» (Kακριδής, Φ., σσ 8-9, A΄)
|
Δείτε την ανάλυση της ενότητας
Attachments
ραψ. α στ. 109-173
- ra109_173_23 (2) 2ο φύλλο εργασίας
- Πατήστε στο λινκ και κάντε την άσκηση κατανόησης
http://users.sch.gr/ipap/Ellinikos%20Politismos/Yliko/OMHROS%20ODYSSEIA/Odysseia/Didaskontas-Odysseia03.htm#1
στο
Απάντησε σε ερωτήσεις κατανόησης πατώντας την εικόνα |
![]() |
2. Κάντε το 1ο φύλλο εργασίας